Showing posts with label Διηγήματα. Show all posts
Showing posts with label Διηγήματα. Show all posts

Friday, September 11, 2009

Τα τέσσερα κεριά..


Τέσσερα κεριά έλιωναν αργά- αργά.

Ο χώρος ήταν τόσο ήσυχος, που μπορούσε να ακουστεί η συζήτησή τους..

Το πρώτο έλεγε: "Εγώ είμαι η Υπομονή''.
Μα οι άνθρωποι δεν καταφέρνουν να με διατηρήσουν: πιστεύω ότι δε μου μένει άλλο από το να συνεχίσω να σβήνω!"
Κι έτσι αφέθηκε σιγά σιγά να σβήσει ολοκληρωτικά.

Το δεύτερο είπε: "Εγώ είμαι η Πίστη''.
Δυστυχώς δεν χρειάζομαι πουθενά.
Οι άνθρωποι δεν θέλουν να ξέρουν για μένα,
κι έτσι δεν έχει νόημα να παραμένω αναμμένο.
Μόλις ολοκλήρωσε τα λόγια του, ένα ελαφρύ αεράκι
φύσηξε πάνω του και το έσβησε..

Πολύ λυπημένο το τρίτο κερί, με τη σειρά του είπε:
"Εγώ είμαι η Αγάπη''.
Δεν έχω τη δύναμη να συνεχίσω να παραμένω αναμμένο.
Οι άνθρωποι δεν μου δίνουν σημασία και δεν αντιλαμβάνονται το πόσο σημαντικό είμαι.
Αυτοί μισούν ακόμα και αυτούς που τους αγαπούν περισσότερο.
Και χωρίς να περιμένει άλλο, το κερί αφέθηκε να σβήσει..

Ξαφνικά, ένα μικρό παιδί μπήκε στο δωμάτιο και είδε τα τρία κεριά σβηστά.
Φοβισμένο από το μισοσκόταδο,
είπε: Μα τι κάνετε! Πρέπει να παραμείνετε αναμμένα,
γιατί εγώ φοβάμαι το σκοτάδι! Και ξέσπασε σε δάκρυα..

Τότε το τέταρτο κερί είπε με συμπόνια: Μη φοβάσαι καλό μου, μην κλαις.
"Εγώ είμαι η Ελπίδα''.
Όσο θα είμαι αναμμένο, θα μπορούμε πάντα να ξανανάψουμε τα άλλα τρία κεριά.
Με μάτια λαμπερά και γεμάτα δάκρυα, το μικρούλι πήρε το κερί της ελπίδας,
και άναψε ξανά όλα τα άλλα..

Tuesday, January 8, 2008

ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Η Αλκυόνη Παπαδάκη

Μια από της μεγαλύτερες μορφές της ελληνικής λογοτεχνίας σήμερα..
Μια σύγχρονη μάγισσα του πεζού λόγου που έχει την ικανότητα να εκτινάσσει τις πωλήσεις των βιβλίων της σε δυσθεώρητα ύψη!
Μια ταλαντούχα θηλυκή πένα που ανακάλυψε αχαρτογράφητα κενά μέσα στις ψυχές των χιλιάδων φανατικών της και βεβαίως μοναδικούς τρόπους για να τα γεμίζει…

Η Αλκυόνη Παπαδάκη γεννήθηκε έξω από τα Χανιά. Ένας ποιητής θείος της τής έδειξε «τα χρώματα και τις μυρωδιές της φύσης», ενώ η ονειροπόλα μητέρα της διάβαζε δίπλα στο μαγκάλι «δακρύβρεχτες ιστορίες όπως "Ο Θεαγένης και η Χαρίκλεια"». Στην Αθήνα ήρθε για να σπουδάσει Φιλολογία (έτσι τουλάχιστον είπε στους γονείς της). Αντ' αυτού στρώθηκε να γράψει το πρώτο βιβλίο της, το οποίο κυκλοφόρησε με αυτοχρηματοδότηση: «Έτρωγα φακές για πολύ καιρό προκειμένου να το βγάλω». Ήταν μια πρώτη μορφή της Μπόρας η οποία βρήκε το κοινό της. Γράφτηκαν και κάποιες θετικές κριτικές, θυμάται η Παπαδάκη. Συμπτωματικά το διάβασε και ο Τάσος Βουρνάς, ο οποίος πρότεινε στην 20χρονη τότε πεζογράφο να δοκιμάσει την τύχη της στη δημοσιογραφία Έτσι τα μέσα της δεκαετίας του '60 βρίσκουν την Αλκυόνη Παπαδάκη να καλύπτει τα εργατικά ατυχήματα και συναφή θέματα στην «Αυγή». «Ποτέ δεν μπήκα στο κόμμα. Ποτέ δεν οργανώθηκα κάπου» διαφοροποιεί τη θέση της. Το πραξικόπημα και αργότερα ο γάμος και η ανατροφή του παιδιού την κρατούν μακριά από την εφημερίδα. «Δεν θα μπορούσα άλλωστε να τα κάνω και τα δύο: να κάνω ρεπορτάζ και να γράφω βιβλία. Εγώ με κάθε σελίδα που γράφω νιώθω να αδειάζω την ψυχή μου». Και από πού αντλεί τα θέματά της; «Από τη ζωή την ίδια. Δεν μιλάω για την ιστορία της ζωής μου, όμως, παρ' όλο που υπάρχει σε έναν μεγάλο βαθμό. Υπάρχει φιλτραρισμένη Άλλωστε χρησιμοποιώ επίσης το ιντερμέτζο (όπως ανακάλυψα μετά υπάρχουν τέτοια σημεία και στον "Ερωτόκριτο") για να ξεφεύγω. Είναι σαν να δίνω ένα σημείωμα στην τσεπούλα του αναγνώστη για να πορεύεται».

Χρησιμοποιεί σχεδόν αποκλειστικά τον προφορικό λόγο. Η ζωή της ήταν γεμάτη περιπέτειες. Ήταν πάντοτε ατίθαση και έκανε αντικομφορμιστικές επιλογές. Πάντα αυτό που δεν έπρεπε: «Τα έχω πληρώσει αυτά. Περνάω πάντα από το ταμείο και πληρώνω για τις εμπειρίες μου»λέει η ίδια.

Τα μυθιστορήματα της τροφοδοτούνται από τις αναμνήσεις της και από τις αφηγήσεις φίλων και γνωστών. Δεν εξαντλείται όμως ποτέ το απόθεμα; «Μα εξαντλείται η ίδια η ζωή; Γράφεις ένα βιβλίο με κάποιες εμπειρίες, περνάει ο καιρός και έχεις άλλες εμπειρίες. Δεν τελειώνει ποτέ». Το πιο πρόσφατο Βαρκάρισσα της Χίμαιρας ήταν και το πιο επίπονο να γραφτεί. Αναφέρεται σε «δύσκολες καταστάσεις» και έπρεπε να περάσουν χρόνια «για να μη με πληγώνουν». Τα προηγούμενα μυθιστορήματα της έχουν τίτλους: Το χρώμα του φεγγαριού, Το κόκκινο σπίτι, Σκισμένο ψαθάκι, Η μπόρα, Αμάν... αμάν, Οι κάργιες, Σαν χειμωνιάτικη λιακάδα (όλα από τις εκδόσεις Καλέντη).

«Είμαι διαφορετική» λέει. Τον τελευταίο χρόνο δεν γράφει κάτι. Ασχολείται με το χτίσιμο του σπιτιού της στη Σαλαμίνα: «Έχω ένα εισόδημα από τα βιβλία μου που μου επιτρέπει να ζω χωρίς να δουλεύω. Όχι πολλά πράγματα αλλά να, ήθελα να αγοράσω οικόπεδο για να έχω σπίτι. Δεν το θέλω το διαμέρισμα». «Ένα σπιτάκι απόμερο, στο δείλι, στον ελαιώνα». «Μου άρεσε στα Σελήνια και είναι στα μέτρα μου.».

Από τις τριακόσιες και πλέον χιλιάδες αντίτυπα που έχουν τυπωθεί μέσα σε λιγότερο από 15 χρόνια ένα 20% έχει διατεθεί δωρεάν, σε φυλακές, άλλα ιδρύματα, βιβλιοθήκες.

«Δεν ήμουν τόσο σκληρή. Δεν υπήρξα. (Όσες φορές το προσπάθησα, τα έκανα θάλασσα. Έδειξα τη σκληρότητά μου ακριβώς εκεί που δεν έπρεπε).

έχει έναν μοναδικό και ασύγκριτο τρόπο να διεισδύει στην ανθρώπινη ψυχή..

Monday, January 7, 2008

Τα χρώματα..




– Τι χρώμα έχει η λύπη; Ρώτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά. Δεν άκουσες; Σε ρώτησα, τι χρώμα έχει η λύπη;
– Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγκαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλε.
– Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;
– Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.
– Τι χρώμα έχει η χαρά;
– Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.
– Και η μοναξιά;
– Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξελί.
– Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.
– Το αστέρι έκλεισε τα μάτια του και ακούμπησε στο φράκτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.
– Και η αγάπη; Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;
– …Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού, απάντησε το δέντρο.
– Τι χρώμα έχει ο έρωτας;
– Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.
– Έτσι ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε το αστέρι… Κοίταξε μακριά στο κενό… Και δάκρυσε …


-Αύριο πάλι, έγνεψε με τα κλαδιά της η κερασιά.
-Αύριο πάλι, έγνεψε μ’ ολόχρυσα γράμματα τ’ αστέρι στον ουρανό.
-Ξέρεις, είπε μια νύχτα το δέντρο, από τότε που σε περιμένω να φανείς στο γέρμα του ορίζοντα, οι νύχτες μου γέμισαν φως.


ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Sunday, December 30, 2007

"Περιπλανώμενος"


«Τι σημαίνει “περιπλανώμενος”, Μητέρα;» ρώτησα όταν γύρισα στο σπίτι.
«Περιπλανώμενος είναι αυτός που δεν έχει σπίτι.» Απάντησε η Μητέρα, όταν κατάφερε να σταθεροποιήσει τη φωνή της.
«Εμείς θα γυρίσουμε πάλι;» ξαναρώτησα.
«Δεν ξέρω» , είπε σχεδόν ψιθυριστά.
Εκείνο το βράδυ , καθίσαμε μπροστά στη φωτιά, καρφώνοντας το βλέμμα μας στις φλόγες. Ήταν δύσκολο να πιστέψουμε ότι θα φεύγαμε το πρωί. Η οικογένεια μου ζούσε σε αυτόν τον τόπο εδώ και χιλιάδες χρόνια. Λες και είχαμε αναδυθεί από το χώμα, γεννημένοι από τη σάρκα του τόπου, όπως τα δέντρα και τα λουλούδια, με ρίζες βαθιές που φύτρωναν, όχι από τα πόδια μας αλλά από τις καρδιές μας.



Νομίζαμε ότι, αν πέφταμε για ύπνο, αυτό θα σηματοδοτούσε και το τέλος της παραμονής μας. Θα τελείωναν όλες οι βόλτες μας στα χωράφια και στα δάση. Θα τελείωνε η ανάσα του καθαρού βουνίσιου αέρα που όλοι αγαπούσαμε τόσο πολύ. Θα τελείωνε το κούρνιασμα γύρω από τη θαλπωρή της φωτιάς για να ακούσουμε ιστορίες και τραγούδια. Θα τελείωνε ένας κόσμος που δεν θα ξαναβρίσκαμε ποτέ πια.

Friday, December 14, 2007

Παραμύθι λυπητερό..



Έσκυψε μπρος , ακούμπησε τους αγκώνες του στα γόνατα, ένωσε τα χέρια του πλέκοντας τα δάχτυλά του και κοίταξε επίμονα τη φωτιά. Εγώ έπαιζα με την κούκλα μου, αλλά τέντωσα τα αυτιά μου για να ακούσω, αφού είχα καταλάβει ότι ξεκινούσε κάποιο παραμύθι.


«Υπάρχει κάποιο μέρος στον ουρανό όπου ζουν άνθρωποι» ξεκίνησε ο Παππούς. «Έχουν μάτια και πάνω από το κεφάλι τους και έτσι μπορούν και βλέπουν προς όλες τις κατευθύνσεις ταυτόχρονα. Αν δώσεις το χέρι σε κάποιον από αυτούς, το χέρι σου θα κολλήσει με το δικό τους και δε θα μπορείς ποτέ να το πάρεις. Μία μέρα, ένας νεαρός άντρας προχωρούσε μέσα στο δάσος όταν του χίμηξε ένα αγρίμι που πετάχτηκε από ένα θάμνο. Ο άντρας φοβήθηκε και πισωπάτισε. Μετά, άρχισε να τρέχει. Το αγρίμι τον κυνήγησε και όλο και τον πλησίαζε. Στο τέλος, ο άντρας άρχισε να σκαρφαλώνει σε ένα δέντρο για να γλιτώσει από το αγρίμι. Αλλά το αγρίμι άρχισε και αυτό να ανεβαίνει το δέντρο.
-Βοήθησε με, φώναξε ο άντρας, κοιτάζοντας προς τον ουρανό.
Και ξαφνικά, ένα χέρι εμφανίστηκε από τον ουρανό και ο άντρας πιάστηκε από αυτό. Το χέρι του κόλλησε στο άλλο που τον τράβηξε και τον έσωσε ακριβώς τη στιγμή που το αγρίμι θα τον έκανε κομμάτια»
Καθώς η πόλη χανόταν πίσω μας, θυμήθηκα και άλλη μία ιστορία που μας είχε πει ο Παππούς. Εκείνη με τον άνθρωπο που φωνάζει για βοήθεια σ’ αυτούς που βρίσκονται στον ουρανό και μετά σηκώνει το χέρι του και ένα άλλο χέρι τον τραβάει εκεί ψηλά. Αναρωτιόμουν αν ο Παππούς είχε καλέσει για βοήθεια από τα στρατόπεδα, αν είχε σηκώσει το χέρι του για να κολλήσει με το χέρι που τον σήκωσε στην άλλη ζωή. Μια ζωή όπου θα νιώθει ασφαλής, όπου θα μπορεί να κάθεται κοντά σε κάποια φωτιά και να παίζει το σουραύλι του και να μαθαίνει στα μικρά παιδιά την αλφαβήτα.

Friday, June 8, 2007

Σενάριο απόδρασης…

Κάθε βιβλίο είναι ένα καινούργιο μεγάλο ταξίδι.

Ταξίδι σημαίνει ζωή. Τα ταξίδια μεγαλώνουν τη ζωή μας, την πλουτίζουν όπως άλλωστε κάνουν και τα βιβλία.


«Το βλέμμα της Δανάης ξεφύλλιζε ανόρεχτα κι αδιάφορα στα προάστια της Αθήνας.
Ξαφνικά η καρδιά της αναπήδησε. Πετάχτηκε πάνω κι έβγαλε το κεφάλι της σχεδόν έξω από το παράθυρο. Η κουρτίνα παρασυρμένη από το ρεύμα αέρα ήρθε και της έκρυψε την εικόνα. Την ακινητοποίησε μια απότομη κίνηση. Και τότε είδε εκεί, στον δρόμο που προχωρούσε παράλληλα με τις γραμμές, τη μηχανή του Πέτρου! Η καρδιά της πήγε να σπάσει! Ένιωθε τους χτύπους της να πιέζουν δυνατά τους κροτάφους. Ένα αίσθημα αναπάντεχης χαράς και συγχρόνως λύπης ήρθε να της κρατήσει συντροφιά. Σήκωσε τα χέρια της και χαιρέτησε ξανά και ξανά.

- Άνεμος! Είναι ο θεός Άνεμος! σκέφτηκε και με την αναστροφή του χεριού σκούπισε δυο ανυπόμονα ρυάκια πριν αυτά προλάβουν να γίνουν σταγόνες και να παρασυρθούν απ’ την ορμή του αέρα έξω από το ανοιχτό παράθυρο.»

(- Γυρίζω Σάββατο. Με την αμαξοστοιχία των οκτώ. Ονειρεύομαι στην αποβάθρα να δω τον Άνεμο καβάλα στη μηχανή του. Πεθύμησα την ανάσα σου και τη φωνή σου...)